Όταν ακούμε και δίνουμε χρόνο και προσοχή στους άλλους, περιορίζοντας τις δικές μας βεβαιότητες, αντιλήψεις και προκαταλήψεις, υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να μάθουμε κάτι καινούργιο και να αποκτήσουμε βαθύτερη γνώση για τη ζωή.

Η συμμετοχική λήψη απόφασης αναγνωρίζει το δικαίωμα του ασθενούς να λαμβάνει αποφάσεις για την υγεία του, στο πλαίσιο της πλήρους και έγκυρης ενημέρωσης για τις επιλογές, τις οποίες έχει στη διάθεσή του. Αυτό προϋποθέτει την παροχή επιστημονικά τεκμηριωμένων δεδομένων, αναφορικά με τα οφέλη και τους κινδύνους, ενός φαρμάκου ή μιας θεραπείας από τους επαγγελματίες υγείας.

Κεντρική διαδικασία στη λήψη απόφασης είναι η αμφίδρομη ανταλλαγή πληροφορίας, μεταξύ του ασθενούς και του γιατρού. Η ανταλλαγή πληροφορίας είναι ζωτικής φύσης για τη σωστή διάγνωση και την καταλληλότητα του προτεινόμενου θεραπευτικού σχήματος.


Πολλοί ασθενείς απαιτούν να λαμβάνουν όλη τη διαθέσιμη πληροφορία, αναφορικά με την ασθένεια και τη θεραπεία. Το ενδιαφέρον για την παροχή ιατρικής πληροφορίας συνδέεται με τις μικρότερες ηλικίες και το υψηλότερο εκπαιδευτικό επίπεδο, ενώ οι μεγαλύτεροι σε ηλικία ασθενείς προτιμούν λιγότερη πληροφόρηση, καθώς δεν αισθάνονται ασφαλείς να λαμβάνουν αποφάσεις, οι οποίες μπορεί να αυξάνουν την ανασφάλεια τους για τη διαχείριση της υγείας τους.

Οι γιατροί δεν θα πρέπει να υποθέτουν ότι όλη η πληροφορία η οποία παρέχεται στους ασθενείς γίνεται πλήρως κατανοητή. Για τον λόγο αυτό θα πρέπει:

Ένα βασικό στοιχείο, σε κάθε θεραπευτική σχέση, είναι η εν-συναίσθηση, δηλαδή η ικανότητα των επαγγελματιών υγείας να μπουν στη θέση του ασθενή και να βιώσουν τα συναισθήματα, τις απογοητεύσεις και τις ματαιώσεις που βιώνει ο ίδιος.

Η εν-συναίσθηση είναι η ικανότητα να βλέπουμε τον κόσμο μέσα από τα μάτια ενός άλλου ατόμου και να αντιλαμβανόμαστε όχι μόνο αυτά που εκφράζει λεκτικά, αλλά και τα συναισθήματά του ή τα μη-λεκτικά σήματα που εκπέμπει με τη γλώσσα του σώματος.