Όταν ακούμε και δίνουμε χρόνο και προσοχή στους άλλους, περιορίζοντας τις δικές μας βεβαιότητες, αντιλήψεις και προκαταλήψεις, υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να μάθουμε κάτι καινούργιο και να αποκτήσουμε βαθύτερη γνώση για τη ζωή.

Πολλοί ασθενείς απαιτούν να λαμβάνουν όλη τη διαθέσιμη πληροφορία αναφορικά με την ασθένεια και τη θεραπεία. Το ενδιαφέρον για την παροχή ιατρικής πληροφορίας συνδέεται με τις μικρότερες ηλικίες και το υψηλότερο εκπαιδευτικό επίπεδο, ενώ οι μεγαλύτεροι σε ηλικία ασθενείς προτιμούν λιγότερη πληροφόρηση, καθώς δεν αισθάνονται ασφαλείς να λαμβάνουν αποφάσεις, οι οποίες μπορεί να αυξάνουν την ανασφάλεια τους για τη διαχείριση της υγείας τους.

Οι γιατροί δεν θα πρέπει να υποθέτουν ότι όλη η πληροφορία η οποία παρέχεται στους ασθενείς γίνεται πλήρως κατανοητή. Για τον λόγο αυτό θα πρέπει:

Ένα βασικό στοιχείο σε κάθε θεραπευτική σχέση είναι η εν-συναίσθηση, δηλαδή η ικανότητα των επαγγελματιών υγείας να μπουν στη θέση του ασθενή και να βιώσουν τα συναισθήματα, τις απογοητεύσεις και τις ματαιώσεις που βιώνει ο ίδιος ο ασθενής.

Η εν-συναίσθηση είναι η ικανότητα να βλέπουμε τον κόσμο μέσα από τα μάτια ενός άλλου ατόμου και να αντιλαμβανόμαστε όχι μόνο αυτά που εκφράζει λεκτικά, αλλά και τα συναισθήματά του ή τα μη λεκτικά σήματα που εκπέμπει με τη γλώσσα του σώματος.


Η στιγμή της ανακοίνωσης της διάγνωσης αποτελεί μία καθοριστική στιγμή που παραμένει βαθιά χαραγμένη στη μνήμη του ασθενή και των συγγενών του και μπορεί να επηρεάσει καθοριστικά τη διαχείριση και την έκβαση της νόσου.

Η συζήτηση σχετικά με το βαθμό και το επίπεδο της αλήθειας αναφορικά με τη διάγνωση έχει αναπτυχθεί σοβαρά τα τελευταία χρόνια. Αν και οι επαγγελματίες υγείας μοιράζονται πλέον περισσότερες πληροφορίες με τον ασθενή, πολλές φορές μπορεί να επικρατήσει η λογική της απόκρυψης πληροφοριών, δεδομένου ότι κυριαρχεί η αντίληψη πως η πρακτική αυτή μπορεί να είναι προς το συμφέρον του ασθενή.