Ο διευθυντής της κλινικής μπήκε γρήγορα στο δωμάτιο με τη συνοδεία δύο ειδικευόμενων και μιας νοσηλεύτριας.

«Έχετε καταλάβει πόσο σοβαρή είναι η κατάσταση του ασθενούς; Είναι ζήτημα να έχει 1-2 μέρες ζωής», γύρισε και μου είπε. 
«Βέβαια, αλλά σας παρακαλώ μη μιλάτε με αυτό το τρόπο μπροστά του, μας ακούει και έχει πλήρη αντίληψη, μπορούμε να βγούμε έξω να συνεχίσουμε τη συζήτηση»; του απάντησα. 
Σαν να μη άκουσε αυτό που του είπα, πλησίασε ακόμα περισσότερο κοντά στο κρεβάτι, όπου βρίσκονταν ο ασθενής. 
Συνέχισε να περιγράφει με ψυχρή και αδιάφορη γλώσσα την ιατρική κατάσταση του ασθενούς:«Δεν έχει νόημα να τον κρατήσουμε άλλο στο νοσοκομείο. Χάρη σας κάνω που σας κρατάω στο νοσοκομείο» μου είπε φεύγοντας. 

Δεν είχα νιώσει ποτέ τόσο αβοήθητη. Γύρισα και κοίταξα τον ασθενή. Από το τρομοκρατημένο ύφος του, κατάλαβα ότι είχε ακούσει και είχε καταλάβει τα πάντα. Καθώς δεν μπορούσε, από την εξάντληση, να μιλήσει σήκωσε με κόπο τα χέρια του και έκανε την κίνηση σαν να ήθελε να μου πει "τελείωσε". Τρεις ώρες μετά έπεσε σε κώμα. Μια μέρα μετά ξεκίνησε για το μεγάλο ταξίδι. Δεν θα ξεχάσω ποτέ ούτε το σοκ, ούτε το πρόσωπο του γιατρού που μου μίλησε με αυτό τον τρόπο. Θα μπορούσε να μην έχει μιλήσει πάνω από το κεφάλι του ασθενούς, θα μπορούσε να ήταν πιο ευγενικός, έστω και από επαγγελματισμό και μόνο.

 

Share Post on