Όταν ακούμε και δίνουμε χρόνο και προσοχή στους άλλους, περιορίζοντας τις δικές μας βεβαιότητες, αντιλήψεις και προκαταλήψεις, υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να μάθουμε κάτι καινούργιο και να αποκτήσουμε βαθύτερη γνώση για τη ζωή.

Ο Κώδικας Ιατρικής Δεοντολογίας και τα Δικαιώματα του Ασθενούς

Ο νόμος 3418/2005, «Κώδικας Ιατρικής Δεοντολογίας», (ΦΕΚ 287, 28 Νοεμβρίου 2005) στο κεφάλαιο Γ' και στο άρθρο 8 καθορίζει την ιατρική ως σχέση εμπιστοσύνης και σεβασμού. Ο ιατρός πρέπει να συμπεριφέρεται στον ασθενή με τρόπο που να αρμόζει στην επιστήμη του και την αποστολή του λειτουργήματός του. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό να αναπτύσσονται σχέσεις αμοιβαίας εμπιστοσύνης και σεβασμού ανάμεσα στον ιατρό και στον ασθενή. Οφείλει να ακούει τους ασθενείς του, να τους συμπεριφέρεται με σεβασμό και κατανόηση. Ο σεβασμός αυτός πηγάζει από την μη παρέμβαση του ιατρού στην προσωπική και οικογενειακή ζωή του ασθενή, παρά μόνο στο μέτρο που απαιτείται για την αποτελεσματική προσφορά των ιατρικών υπηρεσιών, αλλά και από την αποδοχή των θρησκευτικών, φιλοσοφικών, ηθικών ή πολιτικών απόψεων και αντιλήψεων του ασθενούς.

 

Επίσης, όταν ο γιατρός, μετά το πέρας των καθηκόντων του, παραδίδει τη φροντίδα του ασθενούς σε άλλο συνάδερφό του, οφείλει να διασφαλίσει ότι η διαδικασία γίνεται αποτελεσματικά μετά από ακριβή και σαφή ενημέρωση σχετικά με την κατάσταση και τις ανάγκες του ασθενούς καθώς και τις υπάρχουσες εκκρεμότητες.


Ακόμη ο ιατρός δεν πρέπει να εκμεταλλεύεται την εμπιστοσύνη του ασθενή και να χρησιμοποιεί τη θέση του για να ασκεί οικονομικές ή άλλες πιέσεις, να αποκαλύπτει εμπιστευτικές πληροφορίες ή να παραπέμπει τους ασθενείς σε εξετάσεις οι οποίες δεν είναι προς το συμφέρον του ασθενή. Επιπρόσθετα ο ιατρός είναι υποχρεωμένος να διευκολύνει τη συγκρότηση ιατρικού συμβουλίου όταν το ζητούν ο ασθενής ή οικείοι του.

Στο άρθρο 9 του ιδίου νόμου καθορίζονται οι υποχρεώσεις του ιατρού προς τον ασθενή. Πιο συγκεκριμένα στην κορυφή των προτεραιοτήτων τίθεται η προστασία της υγείας του ασθενή και για αυτόν τον λόγο ο ιατρός δεν μπορεί να αρνείται την προσφορά των υπηρεσιών του για λόγους άσχετους με την επιστημονική του επάρκεια, αλλά και οφείλει να παρέχει τις υπηρεσίες του για την αντιμετώπιση επειγόντων περιστατικών ανεξάρτητα από την ειδικότητά του ακόμα και όταν δεν υπάρχουν τα κατάλληλα μέσα για την άσκηση της ιατρικής εξαντλώντας, κάτω από τις δεδομένες συνθήκες, δυνατότητες σύμφωνα πάντα με τις επιταγές της ιατρικής επιστήμης.
Βέβαια μπορεί να διακόψει την παροχή των προσφερόμενων υπηρεσιών για λόγους προσωπικούς ή επιστημονικούς και εφόσον δεν τίθεται σε άμεσο κίνδυνο η υγεία ή η ζωή του ασθενούς. Φυσικά αν του ζητηθεί όχι μόνο μπορεί, αλλά και οφείλει να υποδείξει άλλο συνάδελφο του για την αναπλήρωσή του. Στο ίδιο άρθρο ορίζεται ότι ο ιατρός οφείλει να προσφέρει τις ιατρικές του υπηρεσίες έστω και χωρίς αμοιβή ή αποζημίωση σε κάθε περίπτωση έκτακτης ανάγκης ή μαζικής καταστροφής.

Στο άρθρο 10 διατυπώνεται η υποχρέωση του γιατρού για συνεχιζόμενη εκπαίδευση, διεπιστημονικότητα και επαγγελματική συνεργασία. Η άσκηση της ιατρικής γίνεται σύμφωνα με τους γενικά παραδεκτούς κανόνες της ιατρικής επιστήμης. Ο γιατρός έχει υποχρέωση συνεχιζόμενης δια βίου εκπαίδευσης και ενημέρωσης σχετικά με τις εξελίξεις της ιατρικής επιστήμης και της ειδικότητάς του. Η υποχρέωση αυτή επεκτείνεται όχι μόνο στις γνώσεις, αλλά και στις κλινικές δεξιότητες και τις ικανότητες συνεργασίας στο πλαίσιο της κάθε διεπιστημονικής ή μη ομάδας. Συνακόλουθα, ο γιατρός οφείλει να αναγνωρίζει τα όρια των επαγγελματικών του ικανοτήτων και να συμβουλεύεται τους συναδέλφους του.

Στο άρθρο 11 του ίδιου νόμου καθορίζεται η υποχρέωση ενημέρωσης που έχει ο ιατρός απέναντι στον ασθενή.

Πιο συγκεκριμένα καθορίζεται ότι: 

Ο ιατρός έχει καθήκον αληθείας προς τον ασθενή. Αυτό σημαίνει ότι ο ασθενής θα πρέπει να ενημερώνεται πλήρως και κατανοητά από τον ιατρό για την πραγματική κατάσταση της υγείας του ώστε να μπορεί να σχηματίζει πλήρη εικόνα των ιατρικών, κοινωνικών και οικονομικών παραγόντων και συνεπειών της κατάστασής του και να προχωρεί ανάλογα στη λήψη αποφάσεων. Επίσης, ο ιατρός οφείλει να σέβεται την επιθυμία των ατόμων τα οποία επιλέγουν να μην ενημερωθούν.


Στις περιπτώσεις αυτές, δίνει ο νόμος το δικαίωμα στον ασθενή να ζητήσει από τον ιατρό να ενημερώσει αποκλειστικά άλλο ή άλλα πρόσωπα, που ο ίδιος θα υποδείξει, για την κατάσταση της υγείας του. Στην περίπτωση που τα πρόσωπα δεν έχουν την ικανότητα να συναινέσουν για την εκτέλεση ιατρικής πράξης, ο ιατρός τα ενημερώνει στο βαθμό που αυτό είναι εφικτό. Ενημερώνει επίσης τα τρίτα πρόσωπα που έχουν την εξουσία να συναινέσουν για την εκτέλεση της πράξεις αυτής με βάση τα όσα ορίζονται ακολούθως στο άρθρο 12 με τίτλο "Συναίνεση του ενημερωμένου ασθενή". Πιο συγκεκριμένα:


Ο ιατρός δεν επιτρέπεται να προβεί στην εκτέλεση οποιασδήποτε ιατρικής πράξης χωρίς την προηγούμενη συναίνεση του ασθενή.


Προϋπόθεση για την έγκυρη συναίνεση του ασθενή είναι να παρέχεται μετά από πλήρη, σαφή και κατανοητή ενημέρωση και ο ασθενής να έχει την ικανότητα για συναίνεση. Σε περίπτωση ανήλικου, η συναίνεση δίνεται από αυτούς που ασκούν την γονική μέριμνα ή έχουν την επιμέλειά του. Λαμβάνεται βέβαια και η γνώμη του ανήλικου, όταν αυτός έχει την ηλικιακή, πνευματική και συναισθηματική ωριμότητα να κατανοήσει την κατάσταση της υγείας του, αλλά και το περιεχόμενο της ιατρικής πράξεις και τις συνέπειες ή τα αποτελέσματα ή τους κινδύνους της πράξης αυτής.

Αν ο ασθενής δε διαθέτει ικανότητα συναίνεσης, η συναίνεση για την εκτέλεση ιατρικής πράξης δίνεται από το δικαστικό συμπαραστάτη εφόσον αυτός έχει ορισθεί. Αν δεν υπάρχει δικαστικός συμπαραστάτης η συναίνεση δίνεται από τους οικείους του ασθενή. Σε κάθε περίπτωση είναι αναγκαία η εκούσια συμμετοχή, σύμπραξη και συνεργασία του ασθενή και κυρίως εκείνου του ασθενή που κατανοεί την κατάσταση της υγείας του, το περιεχόμενο της ιατρικής πράξης, τους κινδύνους, τις συνέπειες και τα αποτελέσματα της πράξης αυτής. Η συναίνεση πρέπει να μην έρχεται σε σύγκρουση με τα χρηστά ήθη και να μην είναι αποτέλεσμα πλάνης, απάτης ή απειλής και να καλύπτει πλήρως την ιατρική πράξη.

Κατ’ εξαίρεση ο νόμος ορίζει ότι δεν απαιτείται συναίνεση στις επείγουσες περιπτώσεις που συντρέχει άμεση, απόλυτη και κατεπείγουσα ανάγκη παροχής ιατρικής φροντίδας, στην περίπτωση απόπειρας αυτοκτονίας και στις περιπτώσεις που πρέπει να αποτραπεί ο κίνδυνος για τη ζωή ή την υγεία του ασθενή.

Συνεπώς, είναι εμφανής η σημασία που δίνει ο Κώδικας Ιατρικής Δεοντολογίας στην ουσία της άσκησης του λειτουργήματος του ιατρού, καθώς και στην παροχή των υπηρεσιών του με γνώμονα πάντα το σεβασμό στην ανθρώπινη ύπαρξη και προσωπικότητα.

Πηγή: Νόμος 3418/2005, ΦΕΚ 287, 28 Νοεμβρίου 2005, «Κώδικας Ιατρικής Δεοντολογίας».

Share Post on