Όταν ακούμε και δίνουμε χρόνο και προσοχή στους άλλους, περιορίζοντας τις δικές μας βεβαιότητες, αντιλήψεις και προκαταλήψεις, υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να μάθουμε κάτι καινούργιο και να αποκτήσουμε βαθύτερη γνώση για τη ζωή.

Τι μας Εμποδίζει να Επικοινωνήσουμε με το Γιατρό;

Στο πλαίσιο της ιατρικής πρακτικής, μπορεί να αναρωτηθούμε γιατί κάποιοι γιατροί έχουν πιο ικανοποιημένους ασθενείς και κάποιοι άλλοι όχι.

Δυσκολία και εμπόδια στην επικοινωνία είναι από τους κύριους λόγους για τους οποίους οι ασθενείς διαμαρτύρονται στους γιατρούς τους. Η κύρια κριτική που δέχονται, συχνά, δεν αφορά την αρτιότητα και την ποιότητα της επιστημονικής τους κατάρτισης, αλλά ότι έχουν αποτύχει να ακούσουν και να προσφέρουν επαρκείς επεξηγήσεις στους ασθενείς.

Πολλοί μπορεί να είναι οι λόγοι για τους οποίους οι ασθενείς αποφεύγουν να μιλήσουν διεξοδικά και με ειλικρίνεια με το γιατρό τους.

Κάποιοι από αυτούς μπορεί να είναι η εδραιωμένη πεποίθησή τους ότι τίποτα δεν πρόκειται να αλλάξει, η απροθυμία τους να επιβαρύνουν χρονικά έναν πολυάσχολο γιατρό, η επιθυμία τους να μη φαίνονται αξιολύπητοι ή αχάριστοι στη «μεγαλοσύνη» του γιατρού τους, η απόμακρη συμπεριφορά και το γόητρο του γιατρού, η ανησυχία τους ότι οι φόβοι τους αναφορικά με την ασθένειά τους θα επιβεβαιωθούν.

Εμπόδια στην επικοινωνία μεταξύ ασθενών και γιατρών μπορεί να είναι επίσης οι διαφορετικές αντιλήψεις, τα στερεότυπα, τα οποία μπορεί να επηρεάσουν την αντίληψη του συνομιλητή μας, καθώς και άλλοι παράγοντες, όπως φυσικοί και ψυχολογικοί φραγμοί, το μορφωτικό και πολιτισμικό προφίλ του δέκτη, διοικητικές διαδικασίες, η έλλειψη χρόνου, η ύπαρξη διαπροσωπικών και δι-επαγγελματικών συγκρούσεων. Όλοι αυτοί οι παράγοντες μπορεί να επηρεάσουν και να υπεισέρθουν στη διαδικασία πρόσληψης και σωστής κατανόησης και αποκωδικοποίησης του μηνύματος που εκπέμπουμε, δηλαδή της ιατρικής πληροφορίας που λαμβάνουμε από τους γιατρούς.

Θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε με σχετική ασφάλεια ότι οι αντιλήψεις αποτελούν το σημαντικότερο εμπόδιο στην επικοινωνία.

Αν κάποιος πιστεύει ότι το πρόσωπο στο οποίο μιλάει δεν ενδιαφέρεται ή δεν πρόκειται να τον κατανοήσει, υποσυνείδητα "σαμποτάρεται" η επικοινωνιακή προσπάθεια. Για παράδειγμα, ο ασθενής μπορεί να πιστεύει ότι ο γιατρός ενδιαφέρεται μόνο για τα χρήματα και όχι για την ανθρωπιστική προσέγγιση της ασθένειάς του.

Αυτή η αντίληψη μπορεί να επηρεάσει καθοριστικά τις σχέσεις εμπιστοσύνης και ειλικρίνειας και να οδηγήσει σε έλλειψη ουσιαστικής επικοινωνίας, η οποία είναι ζωτικής σημασίας, τόσο για την ορθή διάγνωση, όσο και τη συμμόρφωση στη θεραπευτική αγωγή. Αρνητικές ή προκατειλημμένες συμπεριφορές και αντιλήψεις μπορεί να εμποδίσουν τον γιατρό να επικοινωνήσει αποτελεσματικά με τους ασθενείς και το αντίστροφο.

Προβληματική επικοινωνία μπορεί να οδηγήσει σε συγκρούσεις και υποβόσκοντα αρνητικά συναισθήματα, καταστάσεις οι οποίες μπορεί να αποβούν δύσκολα διαχειρίσιμες, δεδομένου ότι μπορεί να προκαλέσουν αισθήματα απελπισίας, απογοήτευσης, σύγχυσης, θυμού, ανασφάλειας, αδυναμίας, θλίψης και παραίτησης από τη μάχη για τη ζωή και την ανάκτηση της χαμένης ισορροπίας.

Επιπλέον, προβληματική επικοινωνία μπορεί να οδηγήσει σε ιατρικά σφάλματα και δικαστικές προσφυγές.

Τόσο ο πομπός όσο και ο δέκτης θα πρέπει να καταβάλλουν προσπάθεια, ώστε να ξεπεράσουν και να βάλουν στην άκρη τα δικά τους συμπεριφορικά εμπόδια, να διευκολύνουν την αποτελεσματική επικοινωνία και να αναπτύξουν κίνητρα για την εμπιστοσύνη και τη συνεργασία στη θεραπευτική διαδικασία.

Αποσπάσματα από το βιβλίο της Έφης Σίμου: Επικοινωνία Γιατρού- Ασθενούς: Ένας Πρακτικός Οδηγός Δεξιοτήτων Επικοινωνίας.

Share Post on