Συμμετοχική Λήψη Απόφασης και Συμμόρφωση στο Θεραπευτικό Σχήμα

Η πιθανότητα για καλή έκβαση της υγείας των ασθενών, οι οποίοι λαμβάνουν τα φάρμακά τους, όπως προβλέπεται με βάση τις ιατρικές οδηγίες είναι, κατά μέσο όρο, 2,9 φορές, υψηλότερη σε σχέση με ασθενείς, οι οποίοι δεν τηρούν τις ιατρικές οδηγίες.

Πολυάριθμες μελέτες δείχνουν διαχρονικά, ότι οι ασθενείς συμμορφώνονται μόνο με το 50% των χορηγούμενων φαρμάκων. Η μειωμένη συμμόρφωση συνδέεται με μη ασφαλή χρήση φαρμάκων και αύξηση του κόστους υγειονομικής περίθαλψης.

Η καλύτερη ιατρική σύσταση και συνταγή, μπορεί να πάει χαμένη, αν τελικά ο ασθενής δεν την ακολουθήσει.

Για να βελτιωθεί η συμπεριφορά, που αφορά την πρόσληψη και τη συμμόρφωση στη φαρμακευτική αγωγή είναι σημαντικό να εντοπιστούν και αντιμετωπιστούν συγκεκριμένοι λόγοι που οδηγούν σε αυτή.

Ο ασθενής μπορεί να μην λαμβάνει τα φάρμακά του ως ακούσια-ασυνείδητη ενέργεια ή από πρόθεση, αποφασίζοντας δηλαδή ενεργά να μην λαμβάνει το φάρμακο.

Επιπλέον τόσο εκούσια, όσο και ακούσια, κακή συμπεριφορά αναφορικά με την τήρηση της φαρμακευτικής αγωγής, μπορεί να είναι το αποτέλεσμα καθημερινής πρακτικής ή εμποδίων στον τρόπο με τον οποίο ο ασθενής αντιλαμβάνεται θέματα που αφορούν την ασθένεια ή τη λήψη φαρμακευτικής αγωγής.

Πρακτικά εμπόδια θα μπορούσαν να είναι τα εμπόδια της μνήμης, όπως για παράδειγμα η δυσκολία στο να θυμηθεί να πάρει το φάρμακο ή η καθημερινή ρουτίνα που τον κάνει να ξεχνάει τις δόσεις και προκαλεί δυσκολία ενσωμάτωσης της φαρμακευτικής αγωγής στην καθημερινή ζωή.

Αντιληπτικά εμπόδια θα μπορούσε να είναι η έλλειψη πίστης στην αναγκαιότητα λήψης του φαρμάκου ή εμπόδια που αφορούν φόβους και ανησυχίες, αναφορικά με την αποτελεσματικότητα της φαρμακευτικής αγωγής.

Κακή συμπεριφορά αναφορικά με την πρόσληψη ενός φαρμάκου, μπορεί επίσης να είναι το αποτέλεσμα της ελλιπούς ανάκλησης πληροφοριών, γεγονός που συμβαίνει όταν παρέχονται σύνθετες και πολύπλοκες πληροφορίες.

Προϋπάρχουσες πεποιθήσεις και αξίες επηρεάζουν τη σχέση γιατρού-ασθενούς και το σύνολο της υγειονομικής περίθαλψης, μέσω της δυσπιστίας ως προς τις συνταγογραφούμενες θεραπείες, η οποία μπορεί να εκφραστεί με ανταγωνιστικές και συμπληρωματικές θεραπείες.

Ο ασθενής πολλές φορές μπορεί να έχει κατασκευάσει τη δική του εκδοχή για την τήρηση του προτεινόμενου θεραπευτικού πρωτοκόλλου, η οποία μπορεί να οδηγήσει σε αποκλίνουσες προσδοκίες και συμπεριφορές.

Ο ιατρός, λαμβάνοντας υπόψη πως κάθε ασθενής είναι μια διαφορετική περίπτωση που χρήζει και εξίσου διαφορετικής προσέγγισης, μπορεί να ενημερώσει κατάλληλα τον ασθενή του, βοηθώντας τον, να οδηγηθεί σε μία όσο το δυνατό περισσότερο συνειδητή απόφαση.

Η διάχυση της σωστής και κατάλληλης πληροφορίας απαιτεί ανάπτυξη επικοινωνιακών δεξιοτήτων, σεβασμό της αυτονομίας του ασθενούς και σεβασμό στο δικαίωμά του για πλήρη πληροφόρηση, αναφορικά με την κατάσταση της υγείας του και τους κινδύνους και τα οφέλη που ενέχει μια θεραπεία. Οι ασθενείς μπορεί να ζητούν διαφορετική πληροφορία και συμβουλές από το γιατρό τους, ανάλογα με τη φάση της ασθένειας και της θεραπείας.

Βέβαια δεν είναι πάντοτε εφικτό να δίδονται οι ιατρικές πληροφορίες με κάθε λεπτομέρεια, επίσης δεν είναι δυνατό πάντοτε να κάνουμε ακριβείς εκτιμήσεις αναφορικά με το μέγεθος των κινδύνων που ενέχει μια θεραπευτική προσέγγιση. Η αφιέρωση όμως ικανοποιητικού χρόνου στη συζήτηση των προεκτάσεων μιας θεραπείας, μπορεί να βοηθήσει στη μείωση των δυνητικών κινδύνων και να ενεργοποιήσει τους ασθενείς να αναλάβουν ενεργό ρόλο στην προάσπιση της υγείας τους.

Αποσπάσματα από το βιβλίο της Έφης Σίμου: Αποφασίζουμε Μαζί: Η Συμμετοχή των Ασθενών στη Λήψη Αποφάσεων για την Υγεία.

Share Post on