Όταν ακούμε και δίνουμε χρόνο και προσοχή στους άλλους, περιορίζοντας τις δικές μας βεβαιότητες, αντιλήψεις και προκαταλήψεις, υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να μάθουμε κάτι καινούργιο και να αποκτήσουμε βαθύτερη γνώση για τη ζωή.

Μιλάμε με τον Ασθενή

Η ειλικρινής συζήτηση με τον γιατρό και άλλους επαγγελματίες υγείας μπορεί να λυτρώσει από την αβεβαιότητα και την ανασφάλεια της ασθένειας και να γκρεμίσει το τείχος της ασυνεννοησίας, με το οποίο βρισκόμαστε αντιμέτωποι, όταν απαιτείται να πλοηγηθούμε σε ένα πολύπλοκο και κατακερματισμένο υγειονομικό σύστημα.

Ζητώντας ανατροφοδότηση από τον ασθενή δεν διασφαλίζεται μόνο η ασφάλεια ως προς τη διαχείριση της νόσου, αλλά, παράλληλα, αποστέλλεται ένα πολύ ισχυρό μήνυμα ότι ο γιατρός πραγματικά ενδιαφέρεται.

Για έναν ασθενή, o οποίος έρχεται αντιμέτωπος με μια κατάσταση κρίσης, δεν υπάρχουν ανόητες ερωτήσεις και οι επαγγελματίες υγείας θα πρέπει να τον ενθαρρύνουν να εκφράσει τους φόβους και τις ανησυχίες του και να ανοίξουν την πόρτα της ειλικρινούς επικοινωνίας.

Επιπλέον, για να διεξάγουμε πιο αποτελεσματική και ουσιαστική συνέντευξη με τον ασθενή προτείνεται:
  1. Η αποφυγή συστάσεων κατά τη διάρκεια της λήψης του ιατρικού ιστορικού, δηλαδή στη φάση κατά την οποία συλλέγονται όλες οι χρήσιμες πληροφορίες.

    Οι συστάσεις μπορεί να αποτρέψουν και να εμποδίσουν τον ασθενή να ενημερώσει με όλες τις απαραίτητες πληροφορίες, γεγονός που μπορεί να επηρεάσει την αντίληψη του γιατρού, ώστε να μπορέσει να δει την πλήρη και μεγάλη εικόνα της συμπτωματολογίας ή της αιτιολογίας της ασθένειας. Επιπλέον, τόσο ο γιατρός όσο και ο ασθενής θα πρέπει να αποφεύγουν να βγάζουν βιαστικά συμπεράσματα και να μεταβαίνουν από το ένα θέμα στο άλλο. Υπό αυτό το πρίσμα, ο γιατρός θα πρέπει να αποφεύγει να προβαίνει σε γρήγορες διαγνωστικές και θεραπευτικές λύσεις χωρίς να ακούσει πρώτα όλα τα δεδομένα.

  2. Ο καθορισμός από τον γιατρό του βαθμού αλφαβητισμού- ικανότητα ανάγνωσης και υπολογισμού συγκεκριμένων αριθμητικών πράξεων- του ασθενούς δηλαδή την ικανότητα του να κατανοεί συγκεκριμένες ιατρικές πληροφορίες, καθώς και το επίπεδο όρασης και ακοής, γιατί όλα αυτά τα στοιχεία μπορεί να από-μειώσουν την ικανότητα του ασθενούς να κατανοήσει και επομένως να εφαρμόσει σωστά τις προτεινόμενες ιατρικές οδηγίες.

    Ο γιατρός δεν θα πρέπει να κάνει υποθέσεις ότι οι όλοι οι ασθενείς είναι σε θέση ή έχουν την ικανότητα να κατανοήσουν όλες τις πληροφορίες που τους δίδονται. Δεν θα πρέπει να υποθέσει επίσης ότι όταν οι ασθενείς έχουν προβλήματα θα επικοινωνήσουν μαζί του. Πολλές φορές οι ασθενείς μπορεί να διακόψουν ή να τροποποιήσουν τη θεραπεία χωρίς να ενημερώσουν τον γιατρό τους.

  3. Διευκρίνιση αναφορικά με το ποιες πληροφορίες οι ασθενείς θα ήθελαν να γνωρίζουν για την ασθένεια τους και ιεράρχηση προτεραιοτήτων στην κάλυψη των αναγκών, τις οποίες οι ασθενείς ιεραρχούν πρώτα.

    Επίσης, πριν ο γιατρός προχωρήσει στην παροχή επιπλέον πληροφοριών, θα πρέπει να βεβαιωθεί ότι ο ασθενής έχει κατανοήσει πλήρως τις προηγούμενες. Με αυτό τον τρόπο, αποφεύγεται να βομβαρδιστεί ο ασθενής με νέες πληροφορίες και του δίδεται ο απαραίτητος χρόνος να εξοικειωθεί με την νέα ιατρική ορολογία, ειδικά στα πρώτα στάδια της νόσου που όλα είναι άγνωστα και νέα για τον ασθενή και που, επιπλέον, επιβαρύνεται ψυχολογικά από το συναισθηματικό φόρτο της ανακοίνωσης της διάγνωσης. Στην περίπτωση περίπλοκων ασθενειών ή θεραπειών, ο γιατρός θα πρέπει να ελέγξει αν ο ασθενής θα ήθελε περισσότερες γραπτές πληροφορίες, ώστε να έχει το χρόνο να τις διαβάσει και να τις κατανοήσει σε πιο ήρεμο περιβάλλον. Σε κάποιους ασθενείς που δεν γνωρίζουν ανάγνωση ή έχουν προβλήματα με την όρασή τους θα μπορούσε ο θεράπων γιατρός να τους προμηθεύσει με μαγνητοφωνημένες ιατρικές οδηγίες.

  4. Χρήση εν-συναίσθησης κατά την ιατρική επίσκεψη, ώστε ο γιατρός να δείξει ότι καταλαβαίνει πως αισθάνεται ο ασθενής.

    Για παράδειγμα, μπορεί να πει: «λέτε ότι τα καταφέρνετε καλά, αλλά έχω την αίσθηση ότι παλεύετε πολύ με αυτή τη θεραπεία και σας δυσκολεύει». Ακόμη και αν αυτή η εικασία είναι εσφαλμένη, δημιουργείται η αίσθηση ότι ο γιατρός προσπαθεί να κατανοήσει το πρόβλημα του.

  5. Κατά τη διάρκεια της συζήτησης είναι σημαντικό να είμαστε ειλικρινείς και, ταυτόχρονα, να μην υποτιμούμε τη σημαντικότητα της κατάστασης, προκειμένου να μην ανησυχήσουμε τον ασθενή, γιατί αυτό μπορεί να οδηγήσει σε εφησυχασμό του για την κατάσταση και τις επιπτώσεις της ασθένειας στη ζωή του.

    Υποτίμηση της σοβαρότητας που ενέχει η κατάσταση της υγείας του μπορεί να αποβεί εξαιρετικά παραπλανητική και να δημιουργήσει σύγχυση στον ασθενή μέσω αντικρουόμενων πληροφοριών τις οποίες μπορεί να συλλέξει από άλλες πηγές.

  6. Επανεφεύρεση των συναισθημάτων μας.

    Μιλήστε για τα συναισθήματα σας. Δηλώσεις όπως, «είμαι ανήσυχος», «θέλω» και «αισθάνομαι», μπορεί να διευκολύνουν και να βοηθήσουν το άλλο άτομο να μάθει περισσότερα για την άποψή σας. Επιπλέον, χρησιμοποιείστε φράσεις όπως «τι μπορώ να κάνω για εσάς», «πείτε μου πως μπορώ να σας βοηθήσω», «λυπάμαι που αισθάνεστε έτσι», «καταλαβαίνω τις ανησυχίες σας», «είμαι απασχολημένος τώρα, θα είμαι μαζί σας σε λίγα λεπτά».

Δεν θα πρέπει να ξεχνάμε μια συγκλονιστική αλήθεια: από τη στιγμή που ο ασθενής φεύγει από το γραφείο του γιατρού ή το νοσοκομείο, είναι στο σπίτι του μόνος ή με την οικογένεια του, η οποία επίσης τις περισσότερες φορές στερείται εξειδικευμένων γνώσεων.

Θα πρέπει, λοιπόν, οι ασθενείς να ενθαρρύνονται να κάνουν ερωτήσεις και να εκφράσουν ελεύθερα τις απορίες, τις ανησυχίες και τα συναισθήματά τους, ώστε όταν μείνουν μακριά από τις υπηρεσίες ιατρικής περίθαλψης, να μπορούν να διαχειριστούν μόνοι τους και αποτελεσματικά την ασθένεια.

Αποσπάσματα από το βιβλίο της Έφης Σίμου: Επικοινωνία Γιατρού- Ασθενούς: Ένας Πρακτικός Οδηγός Δεξιοτήτων Επικοινωνίας

Share Post on