Όταν ακούμε και δίνουμε χρόνο και προσοχή στους άλλους, περιορίζοντας τις δικές μας βεβαιότητες, αντιλήψεις και προκαταλήψεις, υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να μάθουμε κάτι καινούργιο και να αποκτήσουμε βαθύτερη γνώση για τη ζωή.

O γιατρός κατά τη διάρκεια της ιατρικής επίσκεψης, ιδιαίτερα των πρώτων συναντήσεων, θα πρέπει να υιοθετήσει ένα πρότυπο συμβουλευτικής υποστηρικτικό και όχι επικριτικό προς τον ασθενή, το οποίο θα εμπεριέχει ευγενική περιέργεια και αμεροληψία αναφορικά με τις προτεινόμενες θεραπείες, με στόχο να δημιουργήσει σχέση εμπιστοσύνης με τον ασθενή.

Η συζήτηση θα πρέπει να περιλαμβάνει:

Μερικές φράσεις οι οποίες μπορούν να βοηθήσουν τον κλινικό γιατρό να εφαρμόσει στην πράξη τη συμμετοχική λήψη απόφασης μπορεί να είναι:

  1. «Τι απορίες έχετε;»

  2. «Τι ανησυχίες έχετε;»

  3. «Τι είναι αυτό που πρέπει να ξέρω ώστε να μπορώ να σας βοηθήσω να φτάσετε στην καλύτερη απόφαση;»


H επικοινωνία είναι βασική παράμετρος σε κάθε δυνατή σχέση και η αποτελεσματική επικοινωνία με επίκεντρο τον ασθενή είναι το κλειδί για την ποιοτική φροντίδα.

Η καλή επικοινωνία είναι τόσο μια ηθική επιταγή, απαραίτητη για την ενημερωμένη συγκατάθεση και την αποτελεσματική συμμετοχή των ασθενών, όσο και ένα μέσο για την αποφυγή λαθών στη διάγνωση, για τη διαχείριση των συμπτωμάτων και για τη βελτίωση της ποιότητας των παρεχόμενων υπηρεσιών.


Η ειλικρινής συζήτηση με τον γιατρό και άλλους επαγγελματίες υγείας μπορεί να λυτρώσει από την αβεβαιότητα και την ανασφάλεια της ασθένειας και να γκρεμίσει το τείχος της ασυνεννοησίας, με το οποίο βρισκόμαστε αντιμέτωποι, όταν απαιτείται να πλοηγηθούμε σε ένα πολύπλοκο και κατακερματισμένο υγειονομικό σύστημα.

Ζητώντας ανατροφοδότηση από τον ασθενή δεν διασφαλίζεται μόνο η ασφάλεια ως προς τη διαχείριση της νόσου, αλλά, παράλληλα, αποστέλλεται ένα πολύ ισχυρό μήνυμα ότι ο γιατρός πραγματικά ενδιαφέρεται.


Ο ασθενής ο οποίος ενημερώνεται σφαιρικά και με ειλικρίνεια προετοιμάζεται και νοιώθει ότι έχει κάποιον έλεγχο σε όλα όσα του συμβαίνουν και με αυτόν τον τρόπο αναπτύσσει μεγαλύτερο ψυχικό σθένος, καθώς και μεγαλύτερη ευθύνη στην αντιμετώπιση των επιπλοκών που θα προκύψουν από την ασθένεια ή τη θεραπεία.

Ο γιατρός θα πρέπει να ενθαρρύνει τους ασθενείς να μοιραστούν τις εμπειρίες τους αναφορικά με την ασθένεια και τη θεραπεία και να εκφράσουν αναπάντητα ερωτήματα και παρανοήσεις που μπορεί να αφορούν διάφορα ζητήματα, όπως για παράδειγμα:

Η συμμετοχική λήψη απόφασης αναγνωρίζει το δικαίωμα του ασθενούς να λαμβάνει αποφάσεις για την υγεία του, στο πλαίσιο της πλήρους και έγκυρης ενημέρωσης για τις επιλογές, τις οποίες έχει στη διάθεσή του. Αυτό προϋποθέτει την παροχή επιστημονικά τεκμηριωμένων δεδομένων, αναφορικά με τα οφέλη και τους κινδύνους ενός φαρμάκου ή μιας θεραπείας από τους επαγγελματίες υγείας.

Κεντρική διαδικασία στη λήψη απόφασης είναι η αμφίδρομη ανταλλαγή πληροφορίας μεταξύ του ασθενούς και του γιατρού. Η ανταλλαγή πληροφορίας είναι ζωτικής φύσης για τη σωστή διάγνωση και την καταλληλότητα του προτεινόμενου θεραπευτικού σχήματος.


Πολλοί ασθενείς απαιτούν να λαμβάνουν όλη τη διαθέσιμη πληροφορία αναφορικά με την ασθένεια και τη θεραπεία. Το ενδιαφέρον για την παροχή ιατρικής πληροφορίας συνδέεται με τις μικρότερες ηλικίες και το υψηλότερο εκπαιδευτικό επίπεδο, ενώ οι μεγαλύτεροι σε ηλικία ασθενείς προτιμούν λιγότερη πληροφόρηση, καθώς δεν αισθάνονται ασφαλείς να λαμβάνουν αποφάσεις, οι οποίες μπορεί να αυξάνουν την ανασφάλεια τους για τη διαχείριση της υγείας τους.

Οι γιατροί δεν θα πρέπει να υποθέτουν ότι όλη η πληροφορία η οποία παρέχεται στους ασθενείς γίνεται πλήρως κατανοητή. Για τον λόγο αυτό θα πρέπει:

Ένα βασικό στοιχείο σε κάθε θεραπευτική σχέση είναι η εν-συναίσθηση, δηλαδή η ικανότητα των επαγγελματιών υγείας να μπουν στη θέση του ασθενή και να βιώσουν τα συναισθήματα, τις απογοητεύσεις και τις ματαιώσεις που βιώνει ο ίδιος ο ασθενής.

Η εν-συναίσθηση είναι η ικανότητα να βλέπουμε τον κόσμο μέσα από τα μάτια ενός άλλου ατόμου και να αντιλαμβανόμαστε όχι μόνο αυτά που εκφράζει λεκτικά, αλλά και τα συναισθήματά του ή τα μη λεκτικά σήματα που εκπέμπει με τη γλώσσα του σώματος.


Η στιγμή της ανακοίνωσης της διάγνωσης αποτελεί μία καθοριστική στιγμή που παραμένει βαθιά χαραγμένη στη μνήμη του ασθενή και των συγγενών του και μπορεί να επηρεάσει καθοριστικά τη διαχείριση και την έκβαση της νόσου.

Η συζήτηση σχετικά με το βαθμό και το επίπεδο της αλήθειας αναφορικά με τη διάγνωση έχει αναπτυχθεί σοβαρά τα τελευταία χρόνια. Αν και οι επαγγελματίες υγείας μοιράζονται πλέον περισσότερες πληροφορίες με τον ασθενή, πολλές φορές μπορεί να επικρατήσει η λογική της απόκρυψης πληροφοριών, δεδομένου ότι κυριαρχεί η αντίληψη πως η πρακτική αυτή μπορεί να είναι προς το συμφέρον του ασθενή.


Στον τομέα της υγείας, τα δυσάρεστα νέα μπορεί να σημαίνουν διαφορετικά πράγματα για διαφορετικούς ανθρώπους. Μιλώντας γενικά θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι η πληροφορία που επηρεάζει δυσμενώς την άποψη και την προοπτική του ατόμου για το μέλλον του και τη ζωή του ή εμπεριέχει τον κίνδυνο διατάραξης ενός καθιερωμένου τρόπου ζωής. Δυσάρεστα νέα μπορεί να είναι επίσης η υποτροπή και εξάπλωση μιας νόσου ή η αποτυχία του θεραπευτικού σχήματος και η εμφάνιση καταστροφικών παρενεργειών από τη θεραπεία.